Category Archives: POEMS

Let’s speak about children….

Let’s speak about children….
Your children are not your children.
They are the sons and daughters of Life’s longing for itself.
They come through you but not from you,
And though they are with you, yet they belong not to you.
You may give them your love but not your thoughts.
For they have their own thoughts.
You may house their bodies but not their souls, For their souls dwell in the house of tomorrow, which you cannot visit, not even in your dreams.
You may strive to be like them, but seek not to make them like you.
For life goes not backward nor tarries with yesterday.
You are the bows from which your children as living arrows are sent forth.
The archer sees the mark upon the path of the infinite, and he bends you with his might that his arrows may go swift and far.
Let your bending in the archer’s hand be for gladness;
For even as he loves the arrow that flies, so He loves also the bow that is stable.

Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας.
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη ζωή.
Έρχονται στη ζωή με τη βοήθειά σας, αλλά όχι από σας,
Και μ’ όλο που είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σάς.

Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας, όχι όμως και τις ιδέες σας,
Γιατί αυτά έχουν τις δικές τους ιδέες.

Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους, όχι όμως και τη ψυχή τους,
Γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο, που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφτείτε, ούτε στα όνειρά σας.

Μπορείτε να προσπαθήσετε να τους μοιάσετε, αλλά μη γυρεύετε να κάνετε αυτά να σας μοιάσουν.

Γιατί η ζωή δεν πηγαίνει προς τα πίσω και δε σταματά στο χθες.

Εσείς είστε τα τόξα απ’ όπου τα παιδιά σας σα ζωντανά βέλη θα τιναχτούν μπροστά.
Ο τοξότης βλέπει το σημάδι πάνω στο μονοπάτι του άπειρου, και σας λυγίζει με τη δύναμή του, ώστε τα βέλη του να τιναχτούν γοργά και μακριά.
Το λύγισμά σας στο χέρι του τοξότη ας είναι για σας χαρά∙

Γιατί όπως αυτός αγαπά τα βέλη που πετούν, έτσι αγαπά και τα τόξα που είναι σταθερά.

Advertisements

Labyrinths of agony

We do not have a language for the final,
Love for fall,
For concentrates labyrinths of agony,
gagged for scandal
the irrevocable collapses.
How to tell us who leaves
or who leave
to add another to the absence absence
It is to stifle all names
and walling
around each image.
How to signal who dies,
when all the gestures are dried,
distances are confused in unexpected chaos,
near collapse as sick birds
and stem pain
it breaks like shuttle
a decomposed loom.
Or how to speak each himself
when nothing, when no longer speaks,
when the stars and the faces are neutral secretions
a world that has lost
his memory of a world.
Maybe a language for end
require the total abolition of other languages,
the imperturbable synthesis
the scorched earth.
Or maybe create a speech of gaps,
which meets the minimum spaces
interspersed between silence and word
and the unknown particles without greed.

Dinosauria, We-Οι Δεινόσαυροι, ΕμείςCharles Bukowski

Born like this

Into this

As the chalk faces smile

As Mrs. Death laughs

As the elevators break

As political landscapes dissolve

As the supermarket bag boy holds a college degree

As the oily fish spit out their oily prey

As the sun is masked

We are

Born like this

Into this

Into these carefully mad wars

Into the sight of broken factory windows of emptiness

Into bars where people no longer speak to each other

Into fist fights that end as shootings and knifings

Born into this

Into hospitals which are so expensive that it’s cheaper to die

Into lawyers who charge so much it’s cheaper to plead guilty

Into a country where the jails are full and the madhouses closed

Into a place where the masses elevate fools into rich heroes

Born into this

Walking and living through this

Dying because of this

Muted because of this

Castrated

Debauched

Disinherited

Because of this

Fooled by this

Used by this

Pissed on by this

Made crazy and sick by this

Made violent

Made inhuman

By this

The heart is blackened

The fingers reach for the throat

The gun

The knife

The bomb

The fingers reach toward an unresponsive god

The fingers reach for the bottle

The pill

The powder

We are born into this sorrowful deadliness

We are born into a government 60 years in debt

That soon will be unable to even pay the interest on that debt

And the banks will burn

Money will be useless

There will be open and unpunished murder in the streets

It will be guns and roving mobs

Land will be useless

Food will become a diminishing return

Nuclear power will be taken over by the many

Explosions will continually shake the earth

Radiated robot men will stalk each other

The rich and the chosen will watch from space platforms

Dante’s Inferno will be made to look like a children’s playground

The sun will not be seen and it will always be night

Trees will die

All vegetation will die

Radiated men will eat the flesh of radiated men

The sea will be poisoned

The lakes and rivers will vanish

Rain will be the new gold

The rotting bodies of men and animals will stink in the dark wind

The last few survivors will be overtaken by new and hideous diseases

And the space platforms will be destroyed by attrition

The petering out of supplies

The natural effect of general decay

And there will be the most beautiful silence never heard

Born out of that.

The sun still hidden there

Awaiting the next chapter.

Γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν
καθώς ο κ. Θάνατος γελά
καθώς οι ανελκυστήρες κόβονται
καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται
καθώς το αγόρι στο σούπερ μάρκετ έχει πτυχίο πανεπιστημίου
καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους
καθώς ο ήλιος κρύβεται

είμαστε
γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
με αυτούς τους προσεκτικά τρελούς πολέμους
με την όψη σπασμένων παραθύρων σε εργοστάσια να ατενίζουν το κενό
με μπαρ όπου οι θαμώνες δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους
με τσακωμούς που καταλήγουν σε πυροβολισμούς και μαχαιρώματα

γεννημένοι έτσι
με νοσοκομεία που είναι τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να πεθάνεις
με δικηγόρους που χρεώνουν τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να δηλώσεις ένοχος
σε μια χώρα όπου οι φυλακές είναι γεμάτες και τα τρελοκομεία κλειστά
σε έναν τόπο όπου οι μάζες ανυψώνουν ηλίθιους σε πλούσιους ήρωες

γεννημένοι μέσα σʼ αυτό
περπατώντας και ζώντας μέσα σʼ αυτό
πεθαίνοντας λόγω αυτού
μένοντας άφωνοι λόγω αυτού
ευνουχισμένοι
έκλυτοι
αποκληρωμένοι
λόγω αυτού
εξαπατημένοι από αυτό
χρησιμοποιημένοι από αυτό
εξευτελισμένοι από αυτό
εξοργισμένοι και απηυδισμένοι από αυτό
βίαιοι
απάνθρωποι
λόγω αυτού

η καρδιά έχει μελανιάσει
τα δάχτυλα πλησιάζουν το λαιμό
το όπλο
το μαχαίρι
τη βόμβα
τα δάχτυλα τείνουν προς έναν μη αποκρυνόμενο θεό

τα δάχτυλα πλησιάζουν το μπουκάλι
το χάπι
τη σκόνη

γεννημένοι σʼ αυτό το θλιβερό θανατικό
γεννημένοι με μια κυβέρνηση με 60 χρονών χρέος
που σύντομα δε θα είναι ικανή να αποπληρώσει τους τόκους αυτού του χρέους
και οι τράπεζες θα καούν
το χρήμα θα καταστεί άχρηστο
θα υπάρξουν φανερές και ατιμώρητες δολοφονίες στους δρόμους
θα υπάρξουν όπλα και περιπλανώμενοι όχλοι
η γη θα είναι άχρηστη
η τροφή θα γίνει μια φθίνουσα απόδοση
η πυρηνική ενέργεια θα έρθει στην κατοχή των πολλών
εκρήξεις θα σείουν ακατάπαυστα τη γη

ραδιενεργά ρομπότ θα κυνηγούν το ένα το άλλο
οι πλούσιοι και οι επίλεκτοι θα παρακολουθούν από τους διαστημικούς σταθμούς
η Κόλαση του Δάντη θα μοιάζει με παιδική χαρά

ο ήλιος θα κρυφτεί και θα είναι νύχτα παντού
τα δέντρα θα πεθάνουν
η βλάστηση όλη θα πεθάνει
ραδιενεργοί άνθρωποι θα τρώνε τη σάρκα ραδιενεργών ανθρώπων
η θάλασσα θα μολυνθεί
οι λίμνες και τα ποτάμια θα εξαφανιστούν
η βροχή θα είναι ο επόμενος χρυσός

σαπισμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων θα ζέχνουν στο σκοτεινό άνεμο

οι λίγοι τελευταίοι επιζήσαντες θα μολυνθούν από νέες και φρικιαστικές ασθένειες
και οι διαστημικοί σταθμοί θα καταστραφούν από δολιοφθορές
την έλλειψη προμηθειών
το φυσικό φαινόμενο της φθοράς

και θα υπάρξει η πιο όμορφη σιγή από ποτέ

γεννημένη από αυτό

ο ήλιος ακόμα εκεί κρυμμένος

να περιμένει το επόμενο κεφάλαιο.

A POISON TREE BY WILLIAM BLAKE

To the Resigned

I hate the resigned!

I hate the resigned, like I hate the filthy, like I hate layabouts!

I hate resignation! I hate filthiness, I hate inaction.

I feel for the sick man bent under some malignant fever; I hate the imaginary sick man that a little bit of will would set on his feet.

I feel for the man in chains, surrounded by guards, crushed under the weight of irons and the many.

I hate soldiers who are bent by the weight of braids and three stars; the workers who are bent under the weight of capital.

I love the man who says what he feels wherever he is; I hate the believer in voting perpetually seeking conquest by the majority.

I love the savant crushed under the weight of scientific research; I hate the individual who bends his body under the weight of an unknown power, of some “X,” of a god,

I hate, I say, all those who, surrendering to others through fear or resignation a part of their power as men, not only keep their heads down, but make me, and those I love, keep our heads down, too through the weight of their frightful collaboration or their idiotic inertia.

I hate them; yes I hate them, because for my part, I feel it. I don’t bow before the officer’s braid, the mayor’s sash, the gold of the capitalist, morality or religion. For a long time I have known that all of these things are just baubles that we can break like glass…I bend beneath the weight of the resignation of others. O how I hate resignation!

I love life.

I want to live, not in a petty way like those who only satisfy some of their muscles, their nerves, but in a big way, satisfying facial muscles as well as calves, my back as well as my brain.

I don’t want to trade a portion of now for a fictive portion of tomorrow. I don’t want to surrender anything of the present for the wind of the future.

I don’t want to bend anything of myself under the words “fatherland,” “God,” “ honor.” I too well know the emptiness of these words, these religious and secular ghosts.

I laugh at pensions, at paradises the hope for which hope allows religion and capital to maintain a hold on the resigned.

I laugh at those who, saving for their old age, deprive themselves in their youth; those who, in order to eat at sixty, fast at twenty.

I want to eat while I have strong teeth to tear and grind healthy meats and succulent fruits, while my stomach juices digest without a problem I want to drink my fill of refreshing and tonic drinks.

I want to love women, or a woman, depending on our common desire, and I don’t want to resign myself to the family, to law, to the Code; no one has any rights over our bodies. You want, I want. Let us laugh at the family, the law, the ancient form of resignation.

But this isn’t all. I want, since I have eyes, ears, and other senses, more than just to drink, to eat, to enjoy sexual love: I want to experience joy in other forms. I want to see beautiful sculptures and painting, to admire Rodin and Manet. I want to hear the best opera companies play Beethoven or Wagner. I want to know the classics at the Com‚die Fran‡aise, page through the literary and artistic baggage left by men of the past to men of the present, or even better, page through the now and forever unfinished oeuvre of humanity.

I want joy for myself, for my chosen companion, for my friends. I want a home where my eyes can pleasantly rest when my work is done.

For I want the joy of labor, too, that healthy joy, that strong joy. I want my arms to handle the plane, the hammer, the spade and the scythe; that my muscles develop, the thoracic cage become larger with powerful, useful and reasoned movements.

I want to be useful; I want us to be useful. I want to be useful to my neighbor and for my neighbor to be useful to me. I desire that we labor much, for I am insatiable for joy. And it is because I want to enjoy myself that I am not resigned.

Yes, yes I want to produce, but I want to enjoy myself. I want to knead the dough, but eat better bread; to work at the grape harvest, but drink better wine; build a house, but live in better rooms; make furniture, but possess the useful, see the beautiful; I want to make theatres, but big enough to house me and mine.

I want to cooperate in producing, but I also want to cooperate in consuming.

Some dream of producing for others to whom they will leave, oh the irony of it, the best of their efforts. As for me, I want, freely united with others, to produce but also to consume.

You who are resigned, look: I spit on your idols. , the Fatherland, I spit on the flag, I spit on capital and the golden calf; I spit on laws and Codes, on the symbols of religion; they are baubles, I could care less about them, I laugh at them …

Only through you do they mean anything; leave them behind and they’ll break into pieces.

You are thus a force, you who are resigned, one of those forces that don’t know they are one, but who are nevertheless a force, and I can’t spit on you, I can only hate you…or love you.

Above all my desire is that of seeing you shaking off your resignation in a terrible awakening of life.

There is no future paradise, there is no future; there is only the present.

Let us live!

Live! Resignation is death.

Revolt is life.

ΣΤΟΥΣ ΠΑΡΑΙΤΗΜΕΝΟΥΣ

Μισώ του παραιτημένους!
Μισώ τους παραιτημένους, όπως μισώ τους βρώμικους, όπως μισώ τους αργόσχολους!
Μισώ την παραίτηση! Μισώ τη ρυπαρότητα, μισώ την αδράνεια.
Λυπάμαι τον άρρωστο που λυγίζει κάτω από κάποιον κακοήθη πυρετό· μισώ τον φανταστικά άρρωστο που λίγη θέληση θα τον έστεκε στα πόδια του.
Λυπάμαι τον αλυσοδεμένο, που περιβάλλεται από φρουρούς συνθλιμμένος κάτω από το βάρος των σίδερων στους πολλούς.
Μισώ τους στρατιώτες που είναι λυγισμένοι από το βάρος των σιριτιών και τριών αστεριών· τους εργάτες που είναι λυγισμένοι κάτω από το βάρος του κεφαλαίου.
Λατρεύω τον άνθρωπο που λέει αυτό που αισθάνεται όπου κι αν είναι· μισώ τον ψηφοφόρο που αναζητά τη διαρκή κατάκτηση από την πλειοψηφία.
Λατρεύω το σοφό συνθλιμένο κάτω από το βάρος της επιστημονικής έρευνας· μισώ το άτομο που κάμπτει το σώμα του κάτω από το βάρος μιας άγνωστης δύναμης, κάποιου “Χ,” Θεού,
Μισώ, λέω, όλους εκείνους που, παραδίδοντας στους άλλους μέσω του φόβου ή της παραίτησης ένα μέρος της δύναμής τους ως άνθρωποι, όχι μόνο κρατούν τα κεφάλια τους κάτω, αλλά κάνουν εμένα, και εκείνους που λατρεύω, να κρατούν τα κεφάλια τους κάτω, επίσης μέσω του βάρους της τρομερής τους συνεργασίας ή της ηλίθιας αδράνειάς τους.
Τους μισώ· ναι τους μισώ, επειδή, το νιώθω. Δεν υποκλίνονται μπροστά στα σιρίτια του αξιωματικού, στη σάρπα του δημάρχου, το χρυσό του καπιταλιστή· στα χρηστά ήθη ή τη θρησκεία. Για πολύ καιρό έχω μάθει ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι απλά στολίδια που μπορούμε να σπάσουμε σαν γυαλί…λυγίζω κάτω από το βάρος της παραίτησης των άλλων. Ω πόσο μισώ την παραίτηση!
Λατρεύω τη ζωή.
Θέλω να ζω, όχι με έναν μικροπρεπή τρόπο όπως εκείνοι που ικανοποιούν μονάχα ένα μέρος των μυών τους, τα νεύρα τους, αλλά με ένα μεγαλοπρεπή τρόπο, ικανοποιώντας τους μυς του προσώπου καθώς επίσης και τις γάμπες, την πλάτη μου καθώς επίσης και το μυαλό μου.
Δεν θέλω να ανταλλάσσω ένα τμήμα του τώρα για ένα πλασματικό τμήμα του αύριο. Δεν θέλω να παραδώσω τίποτα του παρόντος για τον αέρα του μέλλοντος.
Δεν θέλω να κάμψω οτιδήποτε δικό μου κάτω από τις λέξεις πατρίδα, Θεός, τιμή. Γνωρίζω πολύ καλά το κενό αυτών των λέξεων, αυτά τα θρησκευτικά και κοσμικά φαντάσματα.
Γελώ με τη συνταξιοδότηση, με την ελπίδα των παραδείσων για την οποία ελπίδα κρατούν τους παραιτημένους, οι θρησκείες, και το κεφάλαιο.
Γελώ με όσους που, εξοικονομώντας για τα γεράματά τους, στερούν από τον εαυτό τους τα νιάτα τους· εκείνοι που, προκειμένου να φάνε στα εξήντα, νηστεύουν στα είκοσι.
Θέλω να τρώω ενώ έχω γερά δόντια να σχίζω και να συνθλίβω υγιεινά κρέατα και χυμώδεις καρπούς. Όταν τα υγρά του στομαχιού μου χωνεύουν δίχως πρόβλημα θέλω να πιω το γέμισμα μου των δροσιστικών και τονωτικών ποτών.
Θέλω να ερωτεύομαι γυναίκες, ή μια γυναίκα, ανάλογα με την κοινή μας επιθυμία, και δεν θέλω να παραιτούμαι στην οικογένεια, το νόμο του Κώδικα· τίποτα δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω στο σώμα μας. Θέλεις, θέλω. Ας γελάμε με την οικογένεια, το νόμο, την αρχαία μορφή παραίτησης.
Αλλά αυτό δεν είναι όλο. Θέλω, από τη στιγμή που έχω μάτια, αυτιά, και άλλες αισθήσεις, περισσότερο από το να πίνω απλώς, να τρώω, να απολαμβάνω το σεξουαλικό έρωτα: θέλω να βιώσω τη χαρά σε άλλες μορφές. Θέλω να βλέπω όμορφα γλυπτά και πίνακες, να θαυμάζω Ροντέν ή Μανέ. Θέλω να ακούω τους καλύτερους θιάσους όπερας να παίζουν Μπετόβεν ή Βάγκνερ. Θέλω να ξέρω τα κλασικά στο Comedie Française, να ξεφυλλίζω το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό παρελθόν αφημένο από ανθρώπους του παρελθόντος στους ανθρώπους του παρόντος, ή ακόμα καλύτερα, να ξεφυλλίζω τα τώρα και για πάντα ημιτελή άπαντα της ανθρωπότητας.
Θέλω χαρά για μένα, για την επιλεγμένη σύντροφό μου, για τους φίλους μου. Θέλω ένα σπίτι όπου τα μάτια μου να μπορούν να ξεκουράζονται ευχάριστα όταν τελειώνει η δουλειά μου.
Επειδή θέλω τη χαρά της εργασίας, επίσης· αυτήν την υγιή χαρά, αυτήν την ισχυρή χαρά. Θέλω τα χέρια μου να χειρίζονται το αεροπλάνο, το σφυρί, το φτυάρι και το δρεπάνι.
Ας αφήσουμε τους μυς να αναπτύσσονται, το θωρακικό κλωβό να γίνει μεγαλύτερος με δυνατές, χρήσιμες και λογικές κινήσεις.
Θέλω να είμαι χρήσιμος, θέλω να είμαστε χρήσιμοι. Θέλω να είμαι χρήσιμος στο γείτονά μου και για το γείτονά μου να είναι χρήσιμος σε μένα. Επιθυμώ να κοπιάζουμε πολύ, επειδή είμαι αχόρταγος για χαρά. Και αυτό γιατί θέλω να απολαύσω τον εαυτό μου που δεν είμαι παραιτημένος.
Ναι, ναι θέλω να παράγω, αλλά θέλω να διασκεδάζω. Θέλω να ζυμώνω τη ζύμη, αλλά να τρώω καλύτερο ψωμί· να εργάζομαι στον τρύγο, αλλά να πίνω καλύτερο κρασί· να χτίζω ένα σπίτι, αλλά να ζω σε καλύτερα διαμερίσματα· να φτιάχνω έπιπλα, αλλά να κατέχω τα χρήσιμα, να βλέπω τα όμορφα· θέλω να χτίζω θέατρα, αλλά αρκετά μεγάλα για να στεγάζουν εμένα και την οικογένειά μου.
Θέλω να συνεργάζομαι στην παραγωγή, αλλά θέλω επίσης να συνεργάζομαι στην κατανάλωση.
Μερικοί ονειρεύονται να παράγουν για τους άλλους στους οποίους θα φύγουν, ω η ειρωνεία του, τις καλύτερες των προσπαθειών τους. Όσο για μένα, θέλω, ελεύθερα ενωμένα με τους άλλους, να παράγω αλλά επίσης να καταναλώνω.
Ε εσείς οι παραιτημένοι, κοιτάχτε: φτύνω τα είδωλά σας. , την Πατρίδα, φτύνω τη σημαία, φτύνω το κεφάλαιο και το χρυσό μόσχο· φτύνω τους νόμους και Κώδικες, τα σύμβολα της θρησκείας· είναι στολίδια, θα μπορούσα να νοιαζόμουνα λιγότερο γι’ αυτά, γελάω με αυτά…
Μόνο μέσω εσάς σημαίνουν κάτι για μένα· αφήστε τα πίσω και θα σπάσουν σε κομμάτια.
Είστε έτσι μια δύναμη, εσείς οι παραιτημένοι, μία από εκείνες τις δυνάμεις που δεν γνωρίζουν ότι είναι μια τέτοια, αλλά που παρόλα αυτά είναι μια δύναμη, και δεν μπορώ να σας φτύσω, μπορώ μόνο να σας μισώ…ή να σας λατρεύω.
Πάνω από όλες τις επιθυμίες μου είναι αυτή του να σας δω να τινάσσετε από πάνω σας την παραίτησή σας με ένα φοβερό ξύπνημα της ζωής.
Δεν υπάρχουν μελλοντικοί παράδεισοι, δεν υπάρχει μέλλον· υπάρχει μόνο το παρόν.
Ας ζήσουμε!
Ζήστε! Η παραίτηση είναι θάνατος.
Η εξέγερση είναι ζωή.

“I will love you forever.But I must remain far of you” Said the snowman to sunshine!

Photo: "I will love you forever.But I must remain far of you" Said the snowman to sunshine!

In the blackwhite world

In the blackwhite world the sounds are deafening
the people forced alone
In the blackwhite world all who feel are mad
And the chemistry from the loneliness release.

In the blackwhite world the guardians of colours
Murder with the smile in their lips.
In the blackwhite world the prisons of names
Jail everything regular that has deviates .
In the blackwhite world it is prohibited to write with colour
You live in order to consume, you breathe in order to produce
In the blackwhite world the silence it is gold, still!
You love to consume, you make love in order to produce

In the blackwhite world it exists a magic garden
Where there modern scared people live
the guardians of colours were turned against them with anger
But even they steal the colour of them, their butterflies will fly free .

Photo: In the blackwhite world the sounds are deafening
the people forced alone
In the blackwhite world all who feel are mad
And the chemistry from the loneliness release.

In the blackwhite world the guardians of colours
Murder with the smile in their lips.
In the blackwhite world the prisons of names
Jail everything regular that has  deviates .
In the blackwhite world it is prohibited to write with colour
You live in order to  consume, you breathe in order to  produce
In the blackwhite world the silence it is gold, still!
You love to consume, you make love in order to  produce

 In the blackwhite world it exists a magic garden
 Where there modern scared people live
 the guardians of colours were turned against them with anger
 But even they steal the colour of them, their butterflies  will fly free .

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Η REALITY STORY?

Στέκομαι μπρος σε μια λιμνούλα

και παρατηρώ:

Μέσα στο νερό κολυμπούν ψαράκια

γύρω απο τα φύκια,τα όστρακα που υπάρχουν

στην άμμο του βυθού.

Ξυπνούν με το φως του ήλιου

και κοιμούνται με το φως

του φεγγαριού.

Η ζωή τους είναι ίδια κάθε μέρα,

να κολυμπούν,να ψάχνουν την τροφή τους,

να βρίσκουν το σύντροφο τους,

να κάνουν απογόνους

και να πεθαίνουν.

Δεν γνωρίζουν την παρουσία μου,

ζουν στο δικό τους κόσμο,

ο κόσμος μας ειναι ανύπαρκτος γι’αυτά.

ΕΡΩΤΗΣΗ: ΜΗΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ

ΨΑΡΑΚΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΑΛΛΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ;

ΕΙΣΑΙ ΣΙΓΟΥΡΟΣ ΟΤΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΟΥ

ΕΙΝΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ

Η ΕΙΣΑΙ ΕΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗΣ,

ΕΝΑ  SHOW  ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ;

Πάρε το μπλε χάπι και

η ιστρία τελειώνει.Ξυπνάς στο κρεβάτι σου

και πιστεύεις οτι θέλεις να πιστεύεις.

Πάρε το κόκκινο χάπι και θα μείνεις

στη Θαυμαστή Χώρα και θα σου δείξω

πόσο βαθειά είναι η “τρύπα του λαγού”.

I stand front of one little lake

and observe:

Into the water swim small fishes

around from the seaweed, the shells that exist

in the sand of bottom.

They wake up with the light of the sun

and sleep with the light of the

moon.

Their life is same each day,

they swim, they search their food,

they find their companion,

they make descendants

and they die.

They do not know my presence,

they live in their own world,

our world they is non-existent for them.

QUESTION: WE ARE ALSO

SMALL FISHES  OF SOMEBODY OF ELSEWHERE OBSERVER?

YOU ARE SURE THAT YOUR WORLD

IT IS THE ONLY ONE THAT EXISTS

YOU ARE A OBJECT OF OBSERVATION,

A SHOW ON CERTAIN OTHER?

You take the blue pill and the

story ends,You wake up in your bed

and you believe whatever you want

to believe.

You take the red pill and you stay

in Wonderland and I show you

how deep the rabbit-hole goes.

A Poison Tree – by William Blake

I was angry with my friend:
I told my wrath, my wrath did end.
I was angry with my foe:
I told it not, my wrath did grow.

And I watered it in fears,
Night and morning with my tears;
And I sunned it with smiles,
And with soft deceitful wiles.

And it grew both day and night,
Till it bore an apple bright.
And my foe beheld it shine.
And he knew that it was mine,

And into my garden stole
When the night had veiled the pole;
In the morning glad I see
My foe outstretched beneath the tree.

Θύμωσα με τον φίλο μου
είπα την οργή μου,η οργή μου έσβησε.
Θύμωσα με τον εχθρό μου
Δεν το είπα, η οργή μου θέριεψε
Μέρα και νύκτα
με τον φόβο μου την πότιζα
και με τα δακρυα μου
με χαμόγελα την έκρυψα
και με γλυκειές απατηλές γητειές
Μέρα και νύκτα
εκείνη θέριευε
μέχρι που έβγαλε
λαμπρό καρπό ενα μήλο
κι ο εχθρός μουτο είδε να λάμπει
κι ήξερε οτι ήταν δικό μου
Κλεφτά μπήκε στον κήπο μου
όταν η νύκτα έριξε τα πέπλα της
Και την αυγή τον είδα με χαρά μου
πως ξαπλωμένος ήτανε
εκεί κάτω απ’ το δέντρο.

ΘΛΙΒΕΡΑ ΑΞΕΧΑΣΤΗ – DREARILY UNFORGETTABLE

ΘΛΙΒΕΡΑ ΑΞΕΧΑΣΤΗ

Η διαφάνεια της μορφής σου

πλημμύρισε την χλωμάδα

του χαμένου βλέμματος μου.

Ακαθόριστη,γλυκειά παρουσία,

ζεστό συναίσθημα της ψυχής

διασκέδασε με τις αισθήσεις μου.

Η πνευματική διαδικασία

στο ανώτατο σημείο ενέργειας,

βλέπω την αόρατη παρουσία σου,

ακούω τη σιωπή της φωνής σου.

Είναι τρομερά απλό

το μυαλό μου δεν σ’ έχει ξεχάσει.

Είσαι σύνολο γραμμών

που γίνονται σχέδια,

που παίρνουν τη μορφή σου.

Υπάρχεις διαγράφουσα με σιγουριά

την αληθινή ανυπαρξία σου.

Παίρνεις την μορφή του λουλουδιού,

το σχήμα του σύννεφου,

την γοητευτική ηρεμία της θάλασσας.

Ζεις φαινομενικά παντού,

ζεις πραγματικά στη καρδιά μου.

Είσαι θλιβερά αξέχαστη!

DREARILY UNFORGETTABLE

The transparency of your form

flooded the paleness of

my lost look.

Cloudy, sweet presence,

hot sentiment of soul

had fun with my senses.

The intellectual process

in the maximum point of energy,

I see your invisible  presence,

I hear the silence of your voice.

Is terribly simple

my brain  has not forgotten you.

You are total of lines

that becomes drawings,

that take your form.

Exists erasing your with

certainty genuine non-existence.

You take the form of flower,

the form of cloud,

the enchanting calm of sea.

You ostensibly everywhere live,

you really live in my heart.

You are drearily unforgettable!