Author Archives: geodiesslowly

Let’s speak about children….

Let’s speak about children….
Your children are not your children.
They are the sons and daughters of Life’s longing for itself.
They come through you but not from you,
And though they are with you, yet they belong not to you.
You may give them your love but not your thoughts.
For they have their own thoughts.
You may house their bodies but not their souls, For their souls dwell in the house of tomorrow, which you cannot visit, not even in your dreams.
You may strive to be like them, but seek not to make them like you.
For life goes not backward nor tarries with yesterday.
You are the bows from which your children as living arrows are sent forth.
The archer sees the mark upon the path of the infinite, and he bends you with his might that his arrows may go swift and far.
Let your bending in the archer’s hand be for gladness;
For even as he loves the arrow that flies, so He loves also the bow that is stable.

Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας.
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη ζωή.
Έρχονται στη ζωή με τη βοήθειά σας, αλλά όχι από σας,
Και μ’ όλο που είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σάς.

Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας, όχι όμως και τις ιδέες σας,
Γιατί αυτά έχουν τις δικές τους ιδέες.

Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους, όχι όμως και τη ψυχή τους,
Γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο, που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφτείτε, ούτε στα όνειρά σας.

Μπορείτε να προσπαθήσετε να τους μοιάσετε, αλλά μη γυρεύετε να κάνετε αυτά να σας μοιάσουν.

Γιατί η ζωή δεν πηγαίνει προς τα πίσω και δε σταματά στο χθες.

Εσείς είστε τα τόξα απ’ όπου τα παιδιά σας σα ζωντανά βέλη θα τιναχτούν μπροστά.
Ο τοξότης βλέπει το σημάδι πάνω στο μονοπάτι του άπειρου, και σας λυγίζει με τη δύναμή του, ώστε τα βέλη του να τιναχτούν γοργά και μακριά.
Το λύγισμά σας στο χέρι του τοξότη ας είναι για σας χαρά∙

Γιατί όπως αυτός αγαπά τα βέλη που πετούν, έτσι αγαπά και τα τόξα που είναι σταθερά.

Advertisements

Labyrinths of agony

We do not have a language for the final,
Love for fall,
For concentrates labyrinths of agony,
gagged for scandal
the irrevocable collapses.
How to tell us who leaves
or who leave
to add another to the absence absence
It is to stifle all names
and walling
around each image.
How to signal who dies,
when all the gestures are dried,
distances are confused in unexpected chaos,
near collapse as sick birds
and stem pain
it breaks like shuttle
a decomposed loom.
Or how to speak each himself
when nothing, when no longer speaks,
when the stars and the faces are neutral secretions
a world that has lost
his memory of a world.
Maybe a language for end
require the total abolition of other languages,
the imperturbable synthesis
the scorched earth.
Or maybe create a speech of gaps,
which meets the minimum spaces
interspersed between silence and word
and the unknown particles without greed.

Dinosauria, We-Οι Δεινόσαυροι, ΕμείςCharles Bukowski

Born like this

Into this

As the chalk faces smile

As Mrs. Death laughs

As the elevators break

As political landscapes dissolve

As the supermarket bag boy holds a college degree

As the oily fish spit out their oily prey

As the sun is masked

We are

Born like this

Into this

Into these carefully mad wars

Into the sight of broken factory windows of emptiness

Into bars where people no longer speak to each other

Into fist fights that end as shootings and knifings

Born into this

Into hospitals which are so expensive that it’s cheaper to die

Into lawyers who charge so much it’s cheaper to plead guilty

Into a country where the jails are full and the madhouses closed

Into a place where the masses elevate fools into rich heroes

Born into this

Walking and living through this

Dying because of this

Muted because of this

Castrated

Debauched

Disinherited

Because of this

Fooled by this

Used by this

Pissed on by this

Made crazy and sick by this

Made violent

Made inhuman

By this

The heart is blackened

The fingers reach for the throat

The gun

The knife

The bomb

The fingers reach toward an unresponsive god

The fingers reach for the bottle

The pill

The powder

We are born into this sorrowful deadliness

We are born into a government 60 years in debt

That soon will be unable to even pay the interest on that debt

And the banks will burn

Money will be useless

There will be open and unpunished murder in the streets

It will be guns and roving mobs

Land will be useless

Food will become a diminishing return

Nuclear power will be taken over by the many

Explosions will continually shake the earth

Radiated robot men will stalk each other

The rich and the chosen will watch from space platforms

Dante’s Inferno will be made to look like a children’s playground

The sun will not be seen and it will always be night

Trees will die

All vegetation will die

Radiated men will eat the flesh of radiated men

The sea will be poisoned

The lakes and rivers will vanish

Rain will be the new gold

The rotting bodies of men and animals will stink in the dark wind

The last few survivors will be overtaken by new and hideous diseases

And the space platforms will be destroyed by attrition

The petering out of supplies

The natural effect of general decay

And there will be the most beautiful silence never heard

Born out of that.

The sun still hidden there

Awaiting the next chapter.

Γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν
καθώς ο κ. Θάνατος γελά
καθώς οι ανελκυστήρες κόβονται
καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται
καθώς το αγόρι στο σούπερ μάρκετ έχει πτυχίο πανεπιστημίου
καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους
καθώς ο ήλιος κρύβεται

είμαστε
γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
με αυτούς τους προσεκτικά τρελούς πολέμους
με την όψη σπασμένων παραθύρων σε εργοστάσια να ατενίζουν το κενό
με μπαρ όπου οι θαμώνες δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους
με τσακωμούς που καταλήγουν σε πυροβολισμούς και μαχαιρώματα

γεννημένοι έτσι
με νοσοκομεία που είναι τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να πεθάνεις
με δικηγόρους που χρεώνουν τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να δηλώσεις ένοχος
σε μια χώρα όπου οι φυλακές είναι γεμάτες και τα τρελοκομεία κλειστά
σε έναν τόπο όπου οι μάζες ανυψώνουν ηλίθιους σε πλούσιους ήρωες

γεννημένοι μέσα σʼ αυτό
περπατώντας και ζώντας μέσα σʼ αυτό
πεθαίνοντας λόγω αυτού
μένοντας άφωνοι λόγω αυτού
ευνουχισμένοι
έκλυτοι
αποκληρωμένοι
λόγω αυτού
εξαπατημένοι από αυτό
χρησιμοποιημένοι από αυτό
εξευτελισμένοι από αυτό
εξοργισμένοι και απηυδισμένοι από αυτό
βίαιοι
απάνθρωποι
λόγω αυτού

η καρδιά έχει μελανιάσει
τα δάχτυλα πλησιάζουν το λαιμό
το όπλο
το μαχαίρι
τη βόμβα
τα δάχτυλα τείνουν προς έναν μη αποκρυνόμενο θεό

τα δάχτυλα πλησιάζουν το μπουκάλι
το χάπι
τη σκόνη

γεννημένοι σʼ αυτό το θλιβερό θανατικό
γεννημένοι με μια κυβέρνηση με 60 χρονών χρέος
που σύντομα δε θα είναι ικανή να αποπληρώσει τους τόκους αυτού του χρέους
και οι τράπεζες θα καούν
το χρήμα θα καταστεί άχρηστο
θα υπάρξουν φανερές και ατιμώρητες δολοφονίες στους δρόμους
θα υπάρξουν όπλα και περιπλανώμενοι όχλοι
η γη θα είναι άχρηστη
η τροφή θα γίνει μια φθίνουσα απόδοση
η πυρηνική ενέργεια θα έρθει στην κατοχή των πολλών
εκρήξεις θα σείουν ακατάπαυστα τη γη

ραδιενεργά ρομπότ θα κυνηγούν το ένα το άλλο
οι πλούσιοι και οι επίλεκτοι θα παρακολουθούν από τους διαστημικούς σταθμούς
η Κόλαση του Δάντη θα μοιάζει με παιδική χαρά

ο ήλιος θα κρυφτεί και θα είναι νύχτα παντού
τα δέντρα θα πεθάνουν
η βλάστηση όλη θα πεθάνει
ραδιενεργοί άνθρωποι θα τρώνε τη σάρκα ραδιενεργών ανθρώπων
η θάλασσα θα μολυνθεί
οι λίμνες και τα ποτάμια θα εξαφανιστούν
η βροχή θα είναι ο επόμενος χρυσός

σαπισμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων θα ζέχνουν στο σκοτεινό άνεμο

οι λίγοι τελευταίοι επιζήσαντες θα μολυνθούν από νέες και φρικιαστικές ασθένειες
και οι διαστημικοί σταθμοί θα καταστραφούν από δολιοφθορές
την έλλειψη προμηθειών
το φυσικό φαινόμενο της φθοράς

και θα υπάρξει η πιο όμορφη σιγή από ποτέ

γεννημένη από αυτό

ο ήλιος ακόμα εκεί κρυμμένος

να περιμένει το επόμενο κεφάλαιο.

Horror of Dracula (1958) Movie

The Brides of Dracula – Full movie 1960

Just a thought

Forests may be gorgeous but there is nothing more alive than a tree that learns how to grow in a cemetery

A POISON TREE BY WILLIAM BLAKE

My Dying Bride – Evinta

1. In Your Dark Pavilion

All great children
Build altars
I have no love
To give you

In the fire that rages between our sleep
I thought I saw you amid the ruins.
And I can witness you have nothing left.
I’ll give you my heart through this biblical tome

I dream of being beside her
As I move through this water
Step over here you Devil
Her earth looks like
My dying skin

2. You Are Not The One Who Loves Me

You are not the one who loves me
I take you from your bathing
And I dry thee
I am this rope
Around your feet…

And it’s summer
That bows its head,
Down the rivers of night
He fathers great hatred.

Oh, and the moon
Played in your eyes

Wishes drop through the air
And rip into the floor
Crowned with blazing leaves her hair
And flesh,
Limp and poor

3. Of Lilies Bent With Tears

Hold up the sun
Oh, lord hold up the sun
Shine it on me
Glory, shine it on me
Here comes the sun
Oh God here comes the sun
Climbing on me
Dear Lord climbing on me

Stabat mater dolorosa,
Justa crucem lacrimosa
Dum pendebit filius.

O quam tristis et afflicta,
Fuit illa benedicta
Mater unigenti.

The curves of the earth
I carve them for you
And in the night I drew
A knife of sickness & grief

Stabat mater dolorosa,
Justa crucem lacrimosa
Dum pendebit filius.

O quam tristis et afflicta,
Fuit illa benedicta
Mater unigenti.

There was a wound here
I see its scars
The shade upon your face
Of lilies bent with tears

4. The Distance, Busy With Shadows

In heaps they were
The dead stacked high
I crept and sang among them

Black was I, yet bent to it;
God and I had shunned them

It fell at my feet
No!
It didn’t just come to me to heal its wounds
I will kiss it

It is within me now.
I feel the birth of doom
And the fruit of my body,
Stares right out of this room

5. Of Sorry Eyes In March

Destiny marks your life
With a knowing finger
The act of desire has walked on by.

An ancient sorrow
It is just your tears left to eat.

Flies lie dying on your sorry lips
And on young love’s broken wings.
And the stone that lets you drown
You are not worth stopping for.

The Earth,
With all its blessing
And the endless fathoms of night.

Lay a raft of gold for you
My field here
Is where we end.

6. Vanité Triomphante

I often hunt you in my dreams,
But your wicked claw awaits me,
Aboard this snow-lit island,
Veins like tortured winter trees,
‘Tis the service of my hand,
That silence climbs upon thee.

You are sweet and fine to listen to !
Long tresses about your neck,
Yet much is false.
This mighty evening,
I’ve seen no face.
This is crushing me.
My quill it aches.

And old ships die like swans,
Against our frozen icy shore,
Pass your dying body,
I leave you in your thoughts

Trees dance and fail
Tell them I came
My beauty pale
Was yours the same?

Viens, il est temps de partir
Je vais regretter ta haine
Ta vanité triomphante
Fera sa révérence

I laid them in books
Just your heart and mine
For lovers to read
The lonely to pine

Through my broken skin
And cherry tree blood
The real world falls in
A false life of love

7. That Dress And Summer Skin

I just caught a glimpse
Of your Summer skin
As you slipped away

As the sun drew up
Its golden chair
I looked upon my own sleep
And so you shall
Taste my grief

Through blood and tears you helped me
You leaped from you lonely defeat
And in this night I drew my knife

As I look at them
I know what my hands have done
I’d shake these thorns for you
From my crown for you
So go on now
Put on that dress for me,
Put on that dress for me,
Put on that dress for me.

Put on that dress

Where are you my love, my love
My sweet one..?
Where have you gone?
My love where are you, my love, my sweet?
I only think of you and it drives me down.
I only dream of you.
I am so alone

8. And Then You Go

Here is the darkest place I know
You found in your eyes a home
And then you go

Come up here to my face
Into wars we race
Eat up the haste

I am poor for the lord
My age is lead and sore
Sit beneath my jaw

There! My prints in the snow
The wind and me alone
And then you go

And within it your embrace
Long given away the chase
Away flees grace

And then you go

9. A Hand Of Awful Rewards

[Instrumental]

10. The Music Of Flesh

See the light and feel my warm desire
Run through your veins like the evening sun

My father was a handsome man
But I am his exception
And at each station of hatred
I still claim to be his son

See the light and feel my warm desire
Run through your veins like the evening sun
It will live but no eyes will see it

I was broken in the water
I may be this way forever

Eyes will see it
With the music of my flesh
And creeping hair around my neck
Eyes will see it

At the rim of cotton
On my bedroom dress
The gunfire of his hate
Launches my excess
But my wish won’t kill him
Though even God forgot me
My words weak and ill
Misery wrote my plea
This will be his will

No eyes will see it

11. Seven Times She Wept

As I tore into my woman
Her body accepted its sin
I saw her dying there
Just below my wing…

In dies all over me,
Cascades of your black hair.
I knew the world’s end;
I felt it, true and rare.

We dance and the music dies
We carry them all away
As we glide, through their lost eyes
You lift me above myself

Arise from your slumber
In my arms
Your beauty took the strength
From me

12. The Burning Coast Of Regnum Italicum

My black, feathered breast
Unto comes o’er mast & sail
Look upon a broken site
Torn apart through wind & hail

Lead me to the chaos of water
As I reveal myself to you
A fall from God is a blessing unknown
Its rivers deep from which I drew

Where is the burning city?
Great Naples, its kings alone
A hunger roared and reared
A fool suffers in Rome

Mon enfant, prends patience,
Bientôt la nuit tombera.
Dors, si tu peux,
Et rêve de pays merveilleux.

13. She Heard My Body Dying

I watched the youth drip from my face
As I cut her free upon the water.
My name reversed is loneliness,
Increasing the vote to slaughter

Well loved and she still left me.
Her laugh, brief and vile.
With naked foot I gave chase
Mile after sorry mile

Why is this for me?

14. And All Their Joy Was Drowned

I arrive splashed with blood
And try to fix my hair
My sword upon our path
It’s better off there

My name is read aloud
And I menace through the door
A thunderstorm of eyes watch
As I’m fierce across the floor

Candles spit and ribbons red
Strings, bows and tune
Dancers glide and passions collide
I’m scouring the room

I know my enemies, everyone
And white throats in pearls
Carousel all about me
The lace. Those ribbons in curls

Cruelty is how they know me
Kindness is not my gift
A blade of glass my secrecy
Is poised at my wrist

They perish for my sadness
I saw gold in your eyes
Your gift here, tremendous
Like the God between your thighs

I leave splashed with blood
Your ribbon locks my hair
And all their joy was drowned
Not, of course, that I care

Poets of the Fall – Carnival of Rust

Carnival Of Rust

D’ you breathe the name of your saviour in your hour of need,
And taste the blame if the flavor should remind you of greed?
Of implication, insinuation and ill will, ’til you cannot lie still,
In all this turmoil, before red cape and foil come closing in for a kill

Come feed the rain
’cause I’m thirsty for your love dancing underneath the skies of lust
Yeah, feed the rain
’cause without your love my life ain’t nothing but this carnival of rust

It’s all a game, avoiding failure, when true colors will bleed
All in the name of misbehavior and the things we don’t need
I lust for after no disaster can touch, touch us anymore
And more than ever, I hope to never fall, where enough is not the same it was before

Come feed the rain…
’cause I’m thirsty for your love dancing underneath the skies of lust
Yeah, feed the rain
’cause without your love my life ain’t nothing but this carnival of rust
Yeah, feed the rain
’cause I’m thirsty for your love dancing underneath the skies of lust
Yeah, feed the rain
’cause without your love my life ain’t nothing but this carnival of rust

Don’t walk away, don’t walk away, oh, when the world is burning
Don’t walk away, don’t walk away, oh, when the heart is yearning
Don’t walk away, don’t walk away, oh, when the world is burning
Don’t walk away, don’t walk away, oh, when the heart is yearning

Σκουριασμένο Καρναβάλι

Θα ξεφυσούσες το όνομα του σωτήρα σου, την ώρα της ανάγκης σου,
Και θα γευόσουν την επίκριση, αν η γεύση σου θύμιζε απληστία, περιπλοκές, υπαινιγμούς και εχθρότητα, μέχρι που να μην μπορείς να ξαπλώσεις ακίνητος,
Σε όλη αυτή την οχλαγωγία, πριν η κόκκινη κάπα και το δρεπάνι πλησιάσουν κοντά για να σε σκοτώσουν;

Έλα να ταΐσεις τη βροχή
Γιατί διψώ για την αγάπη σου, χορεύοντας κάτω από ουρανούς πόθου
Έλα να ταΐσεις τη βροχή
Γιατί χωρίς εσένα αγάπη μου, η ζωή μου δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σκουριασμένο καρναβάλι

Είναι όλο ένα παιχνίδι, αποφεύγοντας την αποτυχία, όταν τα πραγματικά χρώματα θα ματώσουν
Όλα στο όνομα της ανάρμοστης συμπεριφοράς και των πραγμάτων που δεν χρειαζόμαστε
Ποθώ το μετά, καμιά καταστροφή δεν θα μπορεί να μας αγγίξει, αγγίξει πλέον
Και περισσότερο από ποτέ, ελπίζω ποτέ να μην πέσεις, όταν το ‘αρκετά’ δεν είναι το ίδιο με ό,τι ήταν πριν

Έλα να ταΐσεις τη βροχή…
Γιατί διψώ για την αγάπη σου, χορεύοντας κάτω από ουρανούς πόθου
Έλα να ταΐσεις τη βροχή
Γιατί χωρίς εσένα αγάπη μου, η ζωή μου δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σκουριασμένο καρναβάλι
Έλα να ταΐσεις τη βροχή
Γιατί διψώ για την αγάπη σου, χορεύοντας κάτω από ουρανούς πόθου
Έλα να ταΐσεις τη βροχή
Γιατί χωρίς εσένα αγάπη μου, η ζωή μου δεν είναι τίποτα άλλο από ένα σκουριασμένο καρναβάλι

Μην ξεφύγεις, μην ξεφύγεις, όταν ο κόσμος θα καίγεται
Μην ξεφύγεις, μην ξεφύγεις, όταν η καρδιά θα λαχταρά
Μην ξεφύγεις, μην ξεφύγεις, όταν ο κόσμος θα καίγεται
Μην ξεφύγεις, μην ξεφύγεις, όταν η καρδιά θα λαχταρά

To the Resigned

I hate the resigned!

I hate the resigned, like I hate the filthy, like I hate layabouts!

I hate resignation! I hate filthiness, I hate inaction.

I feel for the sick man bent under some malignant fever; I hate the imaginary sick man that a little bit of will would set on his feet.

I feel for the man in chains, surrounded by guards, crushed under the weight of irons and the many.

I hate soldiers who are bent by the weight of braids and three stars; the workers who are bent under the weight of capital.

I love the man who says what he feels wherever he is; I hate the believer in voting perpetually seeking conquest by the majority.

I love the savant crushed under the weight of scientific research; I hate the individual who bends his body under the weight of an unknown power, of some “X,” of a god,

I hate, I say, all those who, surrendering to others through fear or resignation a part of their power as men, not only keep their heads down, but make me, and those I love, keep our heads down, too through the weight of their frightful collaboration or their idiotic inertia.

I hate them; yes I hate them, because for my part, I feel it. I don’t bow before the officer’s braid, the mayor’s sash, the gold of the capitalist, morality or religion. For a long time I have known that all of these things are just baubles that we can break like glass…I bend beneath the weight of the resignation of others. O how I hate resignation!

I love life.

I want to live, not in a petty way like those who only satisfy some of their muscles, their nerves, but in a big way, satisfying facial muscles as well as calves, my back as well as my brain.

I don’t want to trade a portion of now for a fictive portion of tomorrow. I don’t want to surrender anything of the present for the wind of the future.

I don’t want to bend anything of myself under the words “fatherland,” “God,” “ honor.” I too well know the emptiness of these words, these religious and secular ghosts.

I laugh at pensions, at paradises the hope for which hope allows religion and capital to maintain a hold on the resigned.

I laugh at those who, saving for their old age, deprive themselves in their youth; those who, in order to eat at sixty, fast at twenty.

I want to eat while I have strong teeth to tear and grind healthy meats and succulent fruits, while my stomach juices digest without a problem I want to drink my fill of refreshing and tonic drinks.

I want to love women, or a woman, depending on our common desire, and I don’t want to resign myself to the family, to law, to the Code; no one has any rights over our bodies. You want, I want. Let us laugh at the family, the law, the ancient form of resignation.

But this isn’t all. I want, since I have eyes, ears, and other senses, more than just to drink, to eat, to enjoy sexual love: I want to experience joy in other forms. I want to see beautiful sculptures and painting, to admire Rodin and Manet. I want to hear the best opera companies play Beethoven or Wagner. I want to know the classics at the Com‚die Fran‡aise, page through the literary and artistic baggage left by men of the past to men of the present, or even better, page through the now and forever unfinished oeuvre of humanity.

I want joy for myself, for my chosen companion, for my friends. I want a home where my eyes can pleasantly rest when my work is done.

For I want the joy of labor, too, that healthy joy, that strong joy. I want my arms to handle the plane, the hammer, the spade and the scythe; that my muscles develop, the thoracic cage become larger with powerful, useful and reasoned movements.

I want to be useful; I want us to be useful. I want to be useful to my neighbor and for my neighbor to be useful to me. I desire that we labor much, for I am insatiable for joy. And it is because I want to enjoy myself that I am not resigned.

Yes, yes I want to produce, but I want to enjoy myself. I want to knead the dough, but eat better bread; to work at the grape harvest, but drink better wine; build a house, but live in better rooms; make furniture, but possess the useful, see the beautiful; I want to make theatres, but big enough to house me and mine.

I want to cooperate in producing, but I also want to cooperate in consuming.

Some dream of producing for others to whom they will leave, oh the irony of it, the best of their efforts. As for me, I want, freely united with others, to produce but also to consume.

You who are resigned, look: I spit on your idols. , the Fatherland, I spit on the flag, I spit on capital and the golden calf; I spit on laws and Codes, on the symbols of religion; they are baubles, I could care less about them, I laugh at them …

Only through you do they mean anything; leave them behind and they’ll break into pieces.

You are thus a force, you who are resigned, one of those forces that don’t know they are one, but who are nevertheless a force, and I can’t spit on you, I can only hate you…or love you.

Above all my desire is that of seeing you shaking off your resignation in a terrible awakening of life.

There is no future paradise, there is no future; there is only the present.

Let us live!

Live! Resignation is death.

Revolt is life.

ΣΤΟΥΣ ΠΑΡΑΙΤΗΜΕΝΟΥΣ

Μισώ του παραιτημένους!
Μισώ τους παραιτημένους, όπως μισώ τους βρώμικους, όπως μισώ τους αργόσχολους!
Μισώ την παραίτηση! Μισώ τη ρυπαρότητα, μισώ την αδράνεια.
Λυπάμαι τον άρρωστο που λυγίζει κάτω από κάποιον κακοήθη πυρετό· μισώ τον φανταστικά άρρωστο που λίγη θέληση θα τον έστεκε στα πόδια του.
Λυπάμαι τον αλυσοδεμένο, που περιβάλλεται από φρουρούς συνθλιμμένος κάτω από το βάρος των σίδερων στους πολλούς.
Μισώ τους στρατιώτες που είναι λυγισμένοι από το βάρος των σιριτιών και τριών αστεριών· τους εργάτες που είναι λυγισμένοι κάτω από το βάρος του κεφαλαίου.
Λατρεύω τον άνθρωπο που λέει αυτό που αισθάνεται όπου κι αν είναι· μισώ τον ψηφοφόρο που αναζητά τη διαρκή κατάκτηση από την πλειοψηφία.
Λατρεύω το σοφό συνθλιμένο κάτω από το βάρος της επιστημονικής έρευνας· μισώ το άτομο που κάμπτει το σώμα του κάτω από το βάρος μιας άγνωστης δύναμης, κάποιου “Χ,” Θεού,
Μισώ, λέω, όλους εκείνους που, παραδίδοντας στους άλλους μέσω του φόβου ή της παραίτησης ένα μέρος της δύναμής τους ως άνθρωποι, όχι μόνο κρατούν τα κεφάλια τους κάτω, αλλά κάνουν εμένα, και εκείνους που λατρεύω, να κρατούν τα κεφάλια τους κάτω, επίσης μέσω του βάρους της τρομερής τους συνεργασίας ή της ηλίθιας αδράνειάς τους.
Τους μισώ· ναι τους μισώ, επειδή, το νιώθω. Δεν υποκλίνονται μπροστά στα σιρίτια του αξιωματικού, στη σάρπα του δημάρχου, το χρυσό του καπιταλιστή· στα χρηστά ήθη ή τη θρησκεία. Για πολύ καιρό έχω μάθει ότι όλα αυτά τα πράγματα είναι απλά στολίδια που μπορούμε να σπάσουμε σαν γυαλί…λυγίζω κάτω από το βάρος της παραίτησης των άλλων. Ω πόσο μισώ την παραίτηση!
Λατρεύω τη ζωή.
Θέλω να ζω, όχι με έναν μικροπρεπή τρόπο όπως εκείνοι που ικανοποιούν μονάχα ένα μέρος των μυών τους, τα νεύρα τους, αλλά με ένα μεγαλοπρεπή τρόπο, ικανοποιώντας τους μυς του προσώπου καθώς επίσης και τις γάμπες, την πλάτη μου καθώς επίσης και το μυαλό μου.
Δεν θέλω να ανταλλάσσω ένα τμήμα του τώρα για ένα πλασματικό τμήμα του αύριο. Δεν θέλω να παραδώσω τίποτα του παρόντος για τον αέρα του μέλλοντος.
Δεν θέλω να κάμψω οτιδήποτε δικό μου κάτω από τις λέξεις πατρίδα, Θεός, τιμή. Γνωρίζω πολύ καλά το κενό αυτών των λέξεων, αυτά τα θρησκευτικά και κοσμικά φαντάσματα.
Γελώ με τη συνταξιοδότηση, με την ελπίδα των παραδείσων για την οποία ελπίδα κρατούν τους παραιτημένους, οι θρησκείες, και το κεφάλαιο.
Γελώ με όσους που, εξοικονομώντας για τα γεράματά τους, στερούν από τον εαυτό τους τα νιάτα τους· εκείνοι που, προκειμένου να φάνε στα εξήντα, νηστεύουν στα είκοσι.
Θέλω να τρώω ενώ έχω γερά δόντια να σχίζω και να συνθλίβω υγιεινά κρέατα και χυμώδεις καρπούς. Όταν τα υγρά του στομαχιού μου χωνεύουν δίχως πρόβλημα θέλω να πιω το γέμισμα μου των δροσιστικών και τονωτικών ποτών.
Θέλω να ερωτεύομαι γυναίκες, ή μια γυναίκα, ανάλογα με την κοινή μας επιθυμία, και δεν θέλω να παραιτούμαι στην οικογένεια, το νόμο του Κώδικα· τίποτα δεν έχει κανένα δικαίωμα πάνω στο σώμα μας. Θέλεις, θέλω. Ας γελάμε με την οικογένεια, το νόμο, την αρχαία μορφή παραίτησης.
Αλλά αυτό δεν είναι όλο. Θέλω, από τη στιγμή που έχω μάτια, αυτιά, και άλλες αισθήσεις, περισσότερο από το να πίνω απλώς, να τρώω, να απολαμβάνω το σεξουαλικό έρωτα: θέλω να βιώσω τη χαρά σε άλλες μορφές. Θέλω να βλέπω όμορφα γλυπτά και πίνακες, να θαυμάζω Ροντέν ή Μανέ. Θέλω να ακούω τους καλύτερους θιάσους όπερας να παίζουν Μπετόβεν ή Βάγκνερ. Θέλω να ξέρω τα κλασικά στο Comedie Française, να ξεφυλλίζω το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό παρελθόν αφημένο από ανθρώπους του παρελθόντος στους ανθρώπους του παρόντος, ή ακόμα καλύτερα, να ξεφυλλίζω τα τώρα και για πάντα ημιτελή άπαντα της ανθρωπότητας.
Θέλω χαρά για μένα, για την επιλεγμένη σύντροφό μου, για τους φίλους μου. Θέλω ένα σπίτι όπου τα μάτια μου να μπορούν να ξεκουράζονται ευχάριστα όταν τελειώνει η δουλειά μου.
Επειδή θέλω τη χαρά της εργασίας, επίσης· αυτήν την υγιή χαρά, αυτήν την ισχυρή χαρά. Θέλω τα χέρια μου να χειρίζονται το αεροπλάνο, το σφυρί, το φτυάρι και το δρεπάνι.
Ας αφήσουμε τους μυς να αναπτύσσονται, το θωρακικό κλωβό να γίνει μεγαλύτερος με δυνατές, χρήσιμες και λογικές κινήσεις.
Θέλω να είμαι χρήσιμος, θέλω να είμαστε χρήσιμοι. Θέλω να είμαι χρήσιμος στο γείτονά μου και για το γείτονά μου να είναι χρήσιμος σε μένα. Επιθυμώ να κοπιάζουμε πολύ, επειδή είμαι αχόρταγος για χαρά. Και αυτό γιατί θέλω να απολαύσω τον εαυτό μου που δεν είμαι παραιτημένος.
Ναι, ναι θέλω να παράγω, αλλά θέλω να διασκεδάζω. Θέλω να ζυμώνω τη ζύμη, αλλά να τρώω καλύτερο ψωμί· να εργάζομαι στον τρύγο, αλλά να πίνω καλύτερο κρασί· να χτίζω ένα σπίτι, αλλά να ζω σε καλύτερα διαμερίσματα· να φτιάχνω έπιπλα, αλλά να κατέχω τα χρήσιμα, να βλέπω τα όμορφα· θέλω να χτίζω θέατρα, αλλά αρκετά μεγάλα για να στεγάζουν εμένα και την οικογένειά μου.
Θέλω να συνεργάζομαι στην παραγωγή, αλλά θέλω επίσης να συνεργάζομαι στην κατανάλωση.
Μερικοί ονειρεύονται να παράγουν για τους άλλους στους οποίους θα φύγουν, ω η ειρωνεία του, τις καλύτερες των προσπαθειών τους. Όσο για μένα, θέλω, ελεύθερα ενωμένα με τους άλλους, να παράγω αλλά επίσης να καταναλώνω.
Ε εσείς οι παραιτημένοι, κοιτάχτε: φτύνω τα είδωλά σας. , την Πατρίδα, φτύνω τη σημαία, φτύνω το κεφάλαιο και το χρυσό μόσχο· φτύνω τους νόμους και Κώδικες, τα σύμβολα της θρησκείας· είναι στολίδια, θα μπορούσα να νοιαζόμουνα λιγότερο γι’ αυτά, γελάω με αυτά…
Μόνο μέσω εσάς σημαίνουν κάτι για μένα· αφήστε τα πίσω και θα σπάσουν σε κομμάτια.
Είστε έτσι μια δύναμη, εσείς οι παραιτημένοι, μία από εκείνες τις δυνάμεις που δεν γνωρίζουν ότι είναι μια τέτοια, αλλά που παρόλα αυτά είναι μια δύναμη, και δεν μπορώ να σας φτύσω, μπορώ μόνο να σας μισώ…ή να σας λατρεύω.
Πάνω από όλες τις επιθυμίες μου είναι αυτή του να σας δω να τινάσσετε από πάνω σας την παραίτησή σας με ένα φοβερό ξύπνημα της ζωής.
Δεν υπάρχουν μελλοντικοί παράδεισοι, δεν υπάρχει μέλλον· υπάρχει μόνο το παρόν.
Ας ζήσουμε!
Ζήστε! Η παραίτηση είναι θάνατος.
Η εξέγερση είναι ζωή.