Monthly Archives: September 2015

Let’s speak about children….

Let’s speak about children….
Your children are not your children.
They are the sons and daughters of Life’s longing for itself.
They come through you but not from you,
And though they are with you, yet they belong not to you.
You may give them your love but not your thoughts.
For they have their own thoughts.
You may house their bodies but not their souls, For their souls dwell in the house of tomorrow, which you cannot visit, not even in your dreams.
You may strive to be like them, but seek not to make them like you.
For life goes not backward nor tarries with yesterday.
You are the bows from which your children as living arrows are sent forth.
The archer sees the mark upon the path of the infinite, and he bends you with his might that his arrows may go swift and far.
Let your bending in the archer’s hand be for gladness;
For even as he loves the arrow that flies, so He loves also the bow that is stable.

Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας.
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη ζωή.
Έρχονται στη ζωή με τη βοήθειά σας, αλλά όχι από σας,
Και μ’ όλο που είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σάς.

Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας, όχι όμως και τις ιδέες σας,
Γιατί αυτά έχουν τις δικές τους ιδέες.

Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους, όχι όμως και τη ψυχή τους,
Γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο, που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφτείτε, ούτε στα όνειρά σας.

Μπορείτε να προσπαθήσετε να τους μοιάσετε, αλλά μη γυρεύετε να κάνετε αυτά να σας μοιάσουν.

Γιατί η ζωή δεν πηγαίνει προς τα πίσω και δε σταματά στο χθες.

Εσείς είστε τα τόξα απ’ όπου τα παιδιά σας σα ζωντανά βέλη θα τιναχτούν μπροστά.
Ο τοξότης βλέπει το σημάδι πάνω στο μονοπάτι του άπειρου, και σας λυγίζει με τη δύναμή του, ώστε τα βέλη του να τιναχτούν γοργά και μακριά.
Το λύγισμά σας στο χέρι του τοξότη ας είναι για σας χαρά∙

Γιατί όπως αυτός αγαπά τα βέλη που πετούν, έτσι αγαπά και τα τόξα που είναι σταθερά.

Advertisements

Labyrinths of agony

We do not have a language for the final,
Love for fall,
For concentrates labyrinths of agony,
gagged for scandal
the irrevocable collapses.
How to tell us who leaves
or who leave
to add another to the absence absence
It is to stifle all names
and walling
around each image.
How to signal who dies,
when all the gestures are dried,
distances are confused in unexpected chaos,
near collapse as sick birds
and stem pain
it breaks like shuttle
a decomposed loom.
Or how to speak each himself
when nothing, when no longer speaks,
when the stars and the faces are neutral secretions
a world that has lost
his memory of a world.
Maybe a language for end
require the total abolition of other languages,
the imperturbable synthesis
the scorched earth.
Or maybe create a speech of gaps,
which meets the minimum spaces
interspersed between silence and word
and the unknown particles without greed.