A Poison Tree – by William Blake

I was angry with my friend:
I told my wrath, my wrath did end.
I was angry with my foe:
I told it not, my wrath did grow.

And I watered it in fears,
Night and morning with my tears;
And I sunned it with smiles,
And with soft deceitful wiles.

And it grew both day and night,
Till it bore an apple bright.
And my foe beheld it shine.
And he knew that it was mine,

And into my garden stole
When the night had veiled the pole;
In the morning glad I see
My foe outstretched beneath the tree.

Θύμωσα με τον φίλο μου
είπα την οργή μου,η οργή μου έσβησε.
Θύμωσα με τον εχθρό μου
Δεν το είπα, η οργή μου θέριεψε
Μέρα και νύκτα
με τον φόβο μου την πότιζα
και με τα δακρυα μου
με χαμόγελα την έκρυψα
και με γλυκειές απατηλές γητειές
Μέρα και νύκτα
εκείνη θέριευε
μέχρι που έβγαλε
λαμπρό καρπό ενα μήλο
κι ο εχθρός μουτο είδε να λάμπει
κι ήξερε οτι ήταν δικό μου
Κλεφτά μπήκε στον κήπο μου
όταν η νύκτα έριξε τα πέπλα της
Και την αυγή τον είδα με χαρά μου
πως ξαπλωμένος ήτανε
εκεί κάτω απ’ το δέντρο.


Posted on December 19, 2013, in POEMS. Bookmark the permalink. Leave a comment.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )


Connecting to %s

%d bloggers like this: