Δεν σε ξέρω πιά – I don’t know you anymore

Δεν σε ξέρω πιά

Έτσι φοβισμένος από αυτή τη σκέψη

αν και όχι πάντα διασχίζει το μυαλό μου

όταν έρχεται,δεν σέρνεται

περιστασιακά μέσα στο μυαλό μου

απλά κραυγάζει.

Δεν σε ξέρω πιά

Πραγματικά όχι

Ακούω το γέλιο που δεν είναι οι φωνές μας

χωρίς το πνεύμα μας

που διαφωνεί δίχως αρμονία

Πως έγινε αυτό;

Βλέπω μερικοί κινούνται σαν εσένα

μιά εκφραση  σε ένα παράξενο πρόσωπο

που βλέπω σε μερικά χείλη

μιά γρήγορη μετακίνηση φρυδιών

αλλά τα μάτια σου είναι αναντικατάστατα

και δεν θα τα κοιτάξω πλέον.

Τώρα εγώ αναπνέω ,δεν σπάω

μιά σπανια σκεπτόμενη σύνδεση μεταξύ μας

πρέπει να σταματήσω

εδώ είμαι όπου πρέπει να ξεχάσω

όλες τις εφήμερες στιγμές

που έχω πεί στον εαυτό μου

για να θυμηθώ τα πάντα.

Κάτω απο τις έναστρες παραλίες

των δρόμων σου,τα αστέρια πυροβολούν

στρώνουν άμμο στα μαλλιά μου

πέπλο που τέλεια τα κάλυψε

και κάτω απο το σκοτάδι του ουρανού

που νοιώθουμε την θέρμη

που μας έκαιγε η φωτιά.

Δεν σε ξέρω πιά

Πραγματικά όχι

χρησιμοποίησα τη φαντασία μου

για να σκεφτώ στο πλήθος

εκεί που θα βρίσκαμε ο ένας τον άλλο

όταν θα είμαστε συμπαντικά συγχρονισμένοι

σκέφτηκα αν έχουμε το δικαίωμα

του βασιλιά και της βασίλισσας.

Τώρα βρίσκομαι εδώ

η παραλία μας είναι ήρεμη

η άμμος αφιλόξενη

μιά κρύα μαύρη θάλασσα η έξαψη μας.

Εσύ  πάνω  ο επόμενος φραγμός

που στέλνει θρύψαλα σε μένα

τόσο κοντά, όμως τόσο μακριά

τόσο ειρωνεία πονάει.

Όλα αυτά τα άγνωστα πρόσωπα

με μερικά αξιολύπητα χαρακτηριστικά

που δεν μοιάζουν με σένα

εγω χρειάζομαι εκείνα τα μάτια

για να με λιωσουν

να με κρατούν,να με διαμορφώνουν

για να σχηματίσουν και πάλι ένα χαμόγελο.

Σε πιάνει νοσταλγία

για τις μαγικές στιγμές μας,

πάνω στο χωρισμό,είσαι ευτυχισμένη;

Αντικατέστησες τα μάτια μου

θέλω την απροσδόκητη σύγκρουση

να πετάξει στο πεπρωμένο σου.

Οι λέξεις διαφεύγουν τόσο άνετα

από την γλώσσα σου

καθώς με τεμάχισαν

καθώς κάθισα εκεί και κοίταξα επίμονα την αναντικτάστατη ματιά σου

αυτή η σκέψη με τρομάζει

δεν κατάλαβα

δεν ίδρωνες καθόλου

“Λυπάμαι”

Σκεφτόμουν
ότι ο κόσμος θα με έφερνε πίσω σε σένα

σκέφτηκα είμαστε άθικτοι
στα όνειρα, είμαστε ψηλά  όμορφα
να επιπλέουμε
πάνω στα σύννεφα
που οδηγούν την αστραπή μέσω της βροχής
σε πλήρη ευφορία,

Δεν σε ξέρω πιά
πραγματικά όχι

ίσως κατά τύχη, η τύχη θα με βρεί πάλι
εγώ θα εγκαταστήσω  τα προσωρινά όπλα
που θα επιστρέψει το χαμόγελό μου για  μερικές ώρες
και θα κουβεντιάσουμε
ραγίζοντας απ’ τα αστεία μας και το γέλιο
θα αναζωπυρώνει τα πυροτεχνήματα μεταξύ μας

τα οποία ολόκληρος ο κόσμος μπορεί να δει
να χορέψει με εκατομμύριο χρώματα, θα λάψουμε πάνω στον ουρανό
και οι καρδιές μας θα είναι θερμές πάλι.
αλλά μέχρι τότε

είναι στιγμή  να στεγνώσω τα μάτια μου
να μην πιστεύω στις ιστορίες νεραϊδών
να διώξω τις πιθανότητες ευτυχίας για πάντα μετά
και να μην ρωτήσω πότε και γιατί
είμαι μυστηριωδώς απομονωμένος
κάτω από την ευχή των αστεριών

που πέφτουν μόνο μακριά απο εδώ!

I don’t know you anymore

So scared by this thought
though it does not always cross my mind
when it comes, it does not creep
occasionally inside my brain, it screams

I don’t know you anymore
I  really don’t

I hear laughter that’s not our own
voices without our wit
clashed without our harmony
how end up is that?
I see some who move like you
an expression on a strange face
I see you in some lips
a quick eyebrow movement
but your eyes, they’re irreplaceable
and i will no longer look into them

it’s now i breathe so i don’t break
a rare connection thought between us, i have to stop
here is where i have to forget
all of the fleeting moments i have told myself to remember
forever

down your street
starlit beaches, shooting stars
sand in my hair that felt perfectly in place
and under the darkness of the sky
we were warm
we were on fire

i don’t know you anymore
i really don’t

i used to think that through crowds
we would find each other
that we were cosmically in sync
i thought we were king and queen
royalty, powerful

now i find myself here
our beach is quiet, the sand unwelcomed
a cold black sea lacks our glow
you up the next block, sending shivers my way
so close, yet so far away
how irony can hurt

all these unfamiliar faces
with some pathetic matches of your features
they will not do
i need those eyes to melt me
keep me, shape me
to mold me back a smile

do you get nostalgic
for the magic of our moments?
right up the block, are you happy?
did you replace my eyes?
i wish for unexpected encounters
fly by you on fate

the words flowed so casually from your tongue
as they cut me up
as i sat there and stared
into irreplaceable eyes, this thought so scary
i didn’t understand
no sweat off your back
“i’m sorry”

i used to think
the world would bring me back to you
i thought we were untouchable
in dreams, we’re high as kites
beautiful
floating on the clouds
riding lightning through the rain
euphoric

i don’t know you anymore
i really don’t

maybe by chance, luck will find me again
i’ll settle for temporary arms
you’ll return my smile for a couple of hours
and we’ll chat it up
crack our jokes and laugh
rekindle fireworks between us that the whole world can see
dance with a million colors, we will light up the sky
and our hearts will be warm again
but until then

it’s time to dry my eyes
not believe in fairy tales
push aside possibilities of happily ever after
and not even ask why
i am mysteriously secluded
under wishing stars that only fall away

Advertisements

Posted on October 3, 2013, in POEMS. Bookmark the permalink. Leave a comment.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: